ορχήστρα

ορχήστρα
Στο αρχαίο ελληνικό θέατρο, ο χώρος όπου χόρευαν ή στέκονταν οι χορευτές. Η ο. ήταν κυκλικός και επίπεδος χώρος απέναντι από τους θεατές, λίγο χαμηλότερος από το επίπεδο της κατώτατης σειράς των καθισμάτων. Δεν αποτελούσε τέλειο κύκλο, γιατί ένα μέρος της ανήκε στη σκηνή. Ήταν το κυριότερο μέρος του αρχαίου θεάτρου, αφού προοριζόταν για τον χορό, ο οποίος αποτέλεσε την απαρχή της δημιουργίας του δράματος. Στο κέντρο του κύκλου βρισκόταν η θυμέλη, δηλαδή ο βωμός του Διόνυσου, κοντά στη σκηνή. Στην ο. περιλαμβάνονταν επίσης οι διαβάσεις ή πάροδοι, από τις οποίες γινόταν η είσοδος του χορού. Όπως σε ολόκληρο το θέατρο, έτσι και στην ο. δεν υπήρχε στέγη. (Μουσ.). Όρος, που στη μουσική υποδηλώνει είτε το σύνολο των οργάνων (έγχορδα, πνευστά, κρουστά) είτε το σύνολο των εκτελεστών. Στο αρχαίο ελληνικό θέατρο ο. ονομαζόταν ο χώρος ανάμεσα στη σκηνή και στις κερκίδες, εκεί όπου δρούσε ο χορός. Πρόκειται περίπου για τον ίδιο χώρο που καταλαμβάνουν σήμερα οι μουσικοί. Αν και υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν (στην πράξη ήταν ανέκαθεν γνωστό) την παρουσία μουσικών που συνόδευαν ένα καλλιτεχνικό γεγονός ή μια τελετή, η γέννηση της ο. ως οργανισμού συνειδητά υποταγμένου σε μια καλλιτεχνική πειθαρχία, έγινε κατά τα μέσα του 17ου αι. ταυτόχρονα περίπου με τη γέννηση της όπερας. Κατά το πρώτο μισό του 17ου αι. η o., αν εξαιρέσει κανείς το θαυμαστό παράδειγμα ενορχήστρωσης του Μοντεβέρντι, που αποτελεί μια αποφασιστική φάση στην ιστορική εξέλιξη της ο. (η ανάγκη ειδικών ηχοχρωματικών και εκφραστικών αποχρώσεων συνετέλεσε ώστε η ορχήστρα του Ορφέα να περιλαμβάνει δύο κλαβεσέν, δύο βιόλες κοντραμπάσσο, δέκα βιόλες «ντα μπράτσο», μια διπλή άρπα, δύο μικρά βιολιά, δύο μεγάλες κιθάρες, δύο εκκλησιαστικά όργανα με ξύλινες σωληνώσεις, δύο βιόλες μπάσο, τέσσερα τρομπόνια, ένα ρεγκάλε, δύο κορνέτες, ένα μικρό ίσιο φλάουτο, ένα κλαρίνο και τρεις τρόμπες σουρντίνες), συνίσταται από ένα οργανικό συγκρότημα περιορισμένων διαστάσεων και συχνά ευκαιριακό. Με τον καιρό όμως, η ο. άρχισε να αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία, αρχίζοντας από τον Αλεσάντρο Σκαρλάτι, τον Χαΐντελ, τον Μπαχ και τους συμφωνιστές του Μανχάιμ. Στον θεατρικό τομέα, πλάι στο κλαβεσέν (που συνοδεύει τα «ρετσιτατίβα»), τοποθετούνται τα έγχορδα της οικογένειας της βιόλας. Μια αποφασιστική στιγμή για την εξέλιξη της ο. είναι εκείνη του «κοντσέρτο γκρόσο», όπου μια ομάδα σολίστ (κοντσερτίνο) συνδιαλέγεται με το ορχηστρικό σύνολο (ριπιένο). Μετά την ανάπτυξη της ιταλικής σχολής του βιολιού, είχε αρχίσει να δημιουργείται ο οριστικός σχηματισμός των εγχόρδων: βιολιά (σε δύο ομάδες: πρώτα και δεύτερα), βιόλες, βιολοντσέλλα και κοντραμπάσσα. Ορισμένα πνευστά που ήδη υπήρχαν (κόρνα, φαγκότο, όμποε και, μετά τα μέσα του 18ου αι., κλαρινέτο) συνδυάζονται μόνιμα με τα έγχορδα, σχηματίζοντας μαζί με τα τύμπανα, στο δεύτερο μισό του 18ου αι., τη βασική «κλασική» ο. του Χάυδν, του Μότσαρτ και των πρώτων έργων του Μπετόβεν. Το τρομπόνι, ήδη γνωστό στο θέατρο, εισάγεται στη συμφωνική μουσική από τον ώριμο πια Μπετόβεν μαζί με το οταβίνο (μικρό φλάουτο) και το κοντραφαγκότο. Με την αύξηση των έγχορδων και των κρουστών, δημιουργείται η ρομαντική o., που θα εμπλουτιστεί αργότερα –από τον Μπερλιόζ, τον Βάγκνερ, τον Μπρούκνερ, τον Μάλερ (ιδιαίτερα στην ενορχήστρωση της όγδοης συμφωνίας το 1906, για σολίστ, τρεις χορωδίες και ο.) και το Ρίχαρντ Στράους– από την ανάπτυξη των «χάλκινων». Μαζί με τη μουσική επανάσταση της «σχολής της Βιέννης» (Σαίνμπεργκ, Βέμπερν και Μπεργκ) εκδηλώθηκε πολύ συχνά στον αιώνα μας μια επιστροφή στη μικρή o., ενώ οι αναζητήσεις των πρωτοπόρων μουσικών επέφεραν τεράστιες αλλαγές στη μουσική γλώσσα και επομένως προκάλεσαν μια μεγάλη ανάπτυξη των κρουστών κάθε τύπου και προέλευσης (μεμβρανόφωνα, μεταλλικά, ξύλινα) και την ολοένα και πιο συχνή χρήση των ηλεκτρονικών οργάνων, η οποία οδήγησε σε μια ολόκληρη σειρά αναζητήσεων με σκοπό τη δημιουργία μιας καινούργιας αντίληψης της ηχοχρωματικής γλώσσας. Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης, υπό τη διεύθυνση του Λέοναρντ Μπερνστάιν. Πολλοί διάσημοι μαέστροι έχουν διευθύνει κατά καιρούς το συγκρότημα αυτό, όπως ο Αρτούρο Τοσκανίνι, ο Τζων Μπαρμπιρόλι, ο Αρθουρ Ροντζίνσκι, ο Δημήτρης Μητρόπολος και πολλοί άλλοι. Η διάταξη των οργάνων. Η Φιλαρμονική ορχήστρα του Ντούϊσμπουργκ.
* * *
η (Α ὀρχήστρα) (στο αρχ. θέατρο) ισόπεδος ημικυκλικός ή κυκλικός χώρος, προορισμένος για τον χορό
νεοελλ.
1. ο μεταξύ τής σκηνής και τής πλατείας χώρος τού θεάτρου ο οποίος είναι προορισμένος για τους μουσικούς
2. ενόργανο σύνολο ποικίλου μεγέθους και ποικίλης σύνθεσης (α. «ελαφρά ορχήστρα» β. «ορχήστρα δωματίου» γ. «συμφωνική ορχήστρα» δ. «ορχήστρα λαϊκών οργάνων»)
3. συγχορδία («στου οργάνου την ορχήστρα η μουσική η μεθύστρα ταράζεται», Παλαμ.)
αρχ.
1. μέρος τής αγοράς τών Αθηνών («ἃ ἔξεστι... δραχμῆς ἐκ τῆς ὀρχήστρας πριαμένους Σωκράτους καταγελᾱν», Πλάτ.)
2. μτφ. τόπος όπου διεξάγεται πόλεμος, θέατρο μάχης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ὀρχησ- τού ὀρχοῦμαι «χορεύω», πρβλ. απρμφ. αορ. ὀρχήσ-ασθαι + επίθημα -τρα (πρβλ. παλαίστρα)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ὀρχήστρα — ὀρχήστρᾱ , ὀρχήστρα orchestra fem nom/voc/acc dual ὀρχήστρᾱ , ὀρχήστρα orchestra fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρχήστρᾳ — ὀρχήστρᾱͅ , ὀρχήστρα orchestra fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ορχήστρα — η 1. ομάδα από οργανοπαίχτες για τη μουσική εκτέλεση έργων: Συμφωνική Ορχήστρα. 2. ο τόπος μπροστά από τη σκηνή του θεάτρου όπου βρίσκονται τα μέλη της ορχήστρας. 3. στους αρχαίους Έλληνες, ο χώρος μπροστά στη σκηνή όπου παρουσιαζόταν ο χορός του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κρατική Ορχήστρα Αθηνών — (ΚΟΑ). Μουσικό σύνολο που εμφανίστηκε στην Αθήνα το 1893. Η αρχική ονομασία της ΚΟΑ ήταν Μαθητική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών και είχε ιδρυθεί από τον τότε διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, Γ.Ν. Ζάζο. Το 1911 η ορχήστρα μετονομάστηκε σε Συμφωνική… …   Dictionary of Greek

  • ὀρχήστρας — ὀρχήστρᾱς , ὀρχήστρα orchestra fem acc pl ὀρχήστρᾱς , ὀρχήστρα orchestra fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρχήστραν — ὀρχήστρᾱν , ὀρχήστρα orchestra fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρχῆστραι — ὀρχήστρα orchestra fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀρχήστραις — ὀρχήστρα orchestra fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χρήστου, Γιάννης — (Ηλιούπολη, Κάιρο 1926 – Αθήνα 1970). Έλληνας συνθέτης. Από το 1945 πηγαίνει στην Αγγλία όπου σπουδάζει φιλοσοφία με τον Βιτγκενστάιν στο King’s College του Καίμπριτζ, και μουσική με τον Ρέντλιχ (μαθητή και μελετητή του Άλμπαν Μπεργκ στο… …   Dictionary of Greek

  • Μίλερ, Γκλεν — (Glenn Miller, Κλαρίντα, Αϊόβα 1904 – 1944). Αμερικανός συνθέτης, τρομπονίστας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο άρχισε να αναπτύσσει έντονο ενδιαφέρον για τη μουσική και έπαιζε παράλληλα με το συγκρότημα του Μπόιντ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”